Η χορδή

Πέμπτη 19 Απριλίου 2018

* Φωτογραφία (Pixabay/Gerd Altmann)

Όλα τα Χριστούγεννα της ζωής μου τα πέρασα πλάι στο τζάκι. Ποτέ δεν ήμουν μόνη και ποτέ δεν ήμουν θλιμμένη. Άλλοτε χάιδευαν τις χορδές μου χέρια αντρικά, άλλοτε γυναικεία, άλλοτε γουργούριζα στην αγκαλιά των παιδιών, όσο αυτά μου σιγοτραγουδούσαν γλυκιές, Χριστουγεννιάτικες μελωδίες. Μα αυτό που μου άρεσε εμένα περισσότερο από όλα ήταν να ξαπλώνω στο χνουδωτό χαλάκι που μοιραζόμουν με την καλύτερη φίλη μου, μια μικροσκοπική σκυλίτσα, ενώ εκείνη άγγιζε απαλά τις χορδές μου με το μικρό, κατάλευκο ποδαράκι της.

Τα περασμένα Χριστούγεννα, όμως, δεν έμοιαζαν με τα υπόλοιπα. Τη θέση μου πήρε μια άλλη κιθάρα, πιο νέα και πιο όμορφη, κι εγώ παραπετάχτηκα σε μια γωνιά της σοφίτας. Μπορεί να ήταν σκοτεινά εκεί πάνω και να έκανε κρύο, είχα όμως μια πολύ όμορφη θέα και αυτό μου έφτανε. Έβλεπα από κει τα δέντρα με τα κρυστάλλινα στολίδια τους και τα στάσιμα νερά του ποταμού. Και έβλεπα επίσης και έναν πλατύ, παγωμένο επαρχιακό δρόμο, στον οποίο άνθρωποι και αυτοκίνητα έκαναν άθελά τους πατινάζ, κι έτσι εγώ γελούσα.

Ήταν, θυμάμαι, παραμονή Χριστουγέννων, και η χαριτωμένη φιλενάδα μου είχε βγει στην αυλή να μου φέρει μια μπάλα χιόνι, γιατί ποτέ μου δεν είχα δει χιόνι από κοντά. Στην προσπάθειά της όμως να χαροποιήσει εμένα, ένα ανεξέλεγκτο φορτηγό, που είχε πριν λίγη ώρα ξεφύγει από τον δρόμο και έκανε σβούρες, την παρέσυρε και την τραυμάτισε σοβαρά. Βρήκα τον τρόπο και πιάστηκα από ένα μπαούλο. Στάθηκα όρθια και έφτασα σιγά σιγά ως τις σκάλες. Μα άλλο δεν κατάφερα τελικά από το να κυλίσω από αυτές και να βρεθώ και εγώ με τη μία από τις έξι μου χορδές σπασμένη. Υπέφερα από τον πόνο, αλλά ο νους μου γυρνούσε μόνο γύρω από τη γενναία φίλη μου.

Έκανα μέρες να τη δω. Νέα της δεν υπήρχε τρόπος να μάθω. Ήλπιζα ωστόσο πως, ως την Πρωτοχρονιά, θα επέστρεφε κοντά μου και πως, με το ποδαράκι της πάλι, θα μου έπαιζε διάφορα τραγούδια.

Πόσο αργά και βασανιστικά κυλούσαν οι μέρες χωρίς εκείνη. Και πόσο πιο πολύ υπέφερα κοιτώντας την ξεχαρβαλωμένη μου χορδή, επειδή μου θύμιζε το πληγωμένο ποδαράκι της. Μα όλες αυτές οι άσχημες σκέψεις και τα άσχημα συναισθήματα εξαφανίστηκαν τελικά.

Το ζωηρό γάβγισμά της και το ανάλαφρο πάτημά της στις σκάλες, σήμανε την επιστροφή της. Έμενα ασάλευτη μέχρι να φανεί. Μέχρι και η χορδή μου, που τόσες μέρες χόρευε ξέφρενα πότε από εδώ πότε από εκεί, κοκάλωσε και αυτή. Με κοίταξε περίεργα. Ήμουν σίγουρη πως λυπόταν για εμένα, όσο είχα λυπηθεί και εγώ για κείνη. Μα τι μπορούσε να κάνει για να με βοηθήσει;

Προσπάθησε να στερεώσει έστω και πρόχειρα τη χορδή μου, για να μπορέσουμε να παίξουμε τη νύχτα το «Πάει ο παλιός ο χρόνος» και να διασκεδάσουμε οι δυο μας στη σοφίτα. Μα όταν κατάλαβα πως ήταν πραγματικά αδύνατο να τα καταφέρει, της έγνευσα να την γραπώσει με τα δόντια της.

Εκείνη τραβούσε προς τη μία πλευρά και εγώ προς την αντίθετη, ώσπου δεν άντεξε η χορδή και βγήκε. Τι να την κάναμε έτσι που ήταν χαλασμένη, άλλωστε; Αφού μπορούσαμε να διασκεδάσουμε και χωρίς αυτή. Αφού είχαμε τη φιλία μας και άλλες πέντε γερές χορδές, που έφταναν και περίσσευαν για να παίζουμε όλη τη χρονιά του κόσμου τα τραγούδια.

Γνωρίστε τη συγγραφέα Μαρία Καλύβα & το μυθιστόρημά της με τίτλο «Το μεγαλείο της ψυχής».

Η Μαρία Καλύβα γεννήθηκε στα Τρίκαλα Θεσσαλίας, όπου και ζει μέχρι σήμερα με την οικογένειά της: τον σύζυγό της και τις κόρες της. Είναι απόφοιτος της σχολής Βιομηχανικής Πληροφορικής Καβάλας. Εργάστηκε ως εκπαιδευτικός, ως προγραμματίστρια ηλεκτρονικών υπολογιστών και ως υπεύθυνη μηχανογράφησης. Τα τελευταία χρόνια ασχολείται αποκλειστικά και μόνο με τη συγγραφή. 

Ποιο ήταν το πρώτο βιβλίο που γράψατε;
Το πρώτο βιβλίο που έγραψα ήταν ο «Στόχος ζωής, η ζωή», ένα κοινωνικό μυθιστόρημα που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σμίλη. Ακολούθησε ένα παραμύθι με τίτλο «Ένα ξεχωριστό πλάσμα» και αρκετά διηγήματα.

Το προηγούμενο καλοκαίρι λάβατε μέρος σε έναν λογοτεχνικό διαγωνισμό που διοργάνωσε το εργαστήρι δημιουργικής γραφής TabulaRasa, πείτε μας δυο λόγια για αυτό.
Τον περασμένο Ιούνιο έλαβα πράγματι μέρος στον συγκεκριμένο λογοτεχνικό διαγωνισμό, μαζί με άλλους 270 συμμετέχοντες. Το κείμενό μου διακρίθηκε και έτσι κέρδισα μία ετήσια υποτροφία σπουδών σε τμήμα λογοτεχνικής γραφής. Τον επόμενο μάλιστα μήνα θα πάρω και το πτυχίο μου.

Ποιος είναι ο τίτλος του νέου σας μυθιστορήματος και από ποιες εκδόσεις κυκλοφορεί;
Ο τίτλος του νέου μου βιβλίου είναι «Το μεγαλείο της ψυχής», και πρόκειται για ένα κοινωνικό μυθιστόρημα. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γράφημα.



Πείτε μας λίγα λόγια για το «Το μεγαλείο της ψυχής».
Το κοινωνικό αυτό μυθιστόρημα πραγματεύεται δύο επίκαιρα ζητήματα, αυτό της έκτρωσης και της υιοθεσίας, τα οποία προσεγγίζονται πολύπλευρα. Υπάρχουν μάλιστα διάφορες απόψεις, από ειδικούς, αλλά και απλούς, καθημερινούς ανθρώπους, βάση των οποίων ο αναγνώστης θα δώσει στο τέλος τις δικές του απαντήσεις και θα καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα.

Θα μπορούσε άραγε η χαρά η οποία συνοδεύει τη μητρότητα και η γλυκιά προσμονή της να αλλάξουν κάποτε πρόσωπο; Να γίνει η ευτυχία θλίψη μεμιάς και η ασβέστη ελπίδα αβάσταχτος πόνος; Θα μπορούσαν πάλι μετά τα συναισθήματα αυτά να πάρουν ξανά τη γνώριμη όψη τους και να επανέλθει στη ζωή μιας γυναίκας η γαλήνη και η ψυχική ισορροπία;  Αυτά και αλλά πολλά ερωτήματα έρχονται να απαντήσουν οι δύο ηρωίδες του βιβλίου μου.

Το συγκεκριμένο βιβλίο είναι προϊόν μυθοπλασίας ή μήπως υπάρχουν πραγματικά πρόσωπα και περιστατικά από τα οποία εμπνευστήκατε;
Οι ανθρώπινες ιστορίες ανέκαθεν με ενέπνεαν, το συγκεκριμένο βιβλίο ωστόσο, όπως και το προηγούμενο μυθιστόρημά μου, είναι ένα μείγμα αυτών. Πρόκειται δηλαδή για μία φανταστική ιστορία, εμπνευσμένη από πολλές αληθινές.

Υπήρξε κάποιο κίνητρο για να γράψετε το νέο σας μυθιστόρημα;
Το κάθε νέο μου βιβλίο καλύπτει πρώτα τις δικές μου εσωτερικές ανάγκες, αυτό είναι το μόνο κίνητρό μου. Γράφω πάντοτε το βιβλίο εκείνο το οποίο θα ήθελα να διαβάσω τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή.

Πότε και πού θα γίνει η πρώτη παρουσίαση του νέου σας βιβλίου;
Η πρώτη παρουσίαση του βιβλίου μου θα γίνει την Κυριακή 29 Απριλίου στο 3ο Φεστιβάλ Παιδικού και Εφηβικού Βιβλίου, στο οποίο θα συμμετάσχω και φέτος.

Σε ποιες ηλικίες απευθύνεται το βιβλίο σας;
Το βιβλίο αυτό εντάσσεται στη κατηγορία των crossover βιβλίων, τα οποία αφορούν τους εφήβους, αλλά και τους ενήλικες, και είναι γραμμένο έτσι ώστε να κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον και των δυο.

Ο αναγνώστης εισπράττει κάποιο μήνυμα όταν φτάσει στον επίλογο;
Το μυθιστόρημα αυτό περνά πολλά μηνύματα στον αναγνώστη, από την αρχή ως το τέλος του. Όλα αυτά είναι προϊόντα μακροχρόνιας έρευνας και ατέλειωτων συζητήσεων. Ανάλογα με ποια από τις δύο πρωταγωνίστριες ταυτιστεί ο αναγνώστης, τα μηνύματα που θα λάβει θα είναι τελείως διαφορετικά σε ορισμένα σημεία, αλλά όμοια σχεδόν σε κάποια άλλα.

Πόσο μπορεί να ταυτιστεί ο συγγραφέας με την προσωπικότητα κάποιου από τους πρωταγωνιστές του;
Ο συγγραφέας ταυτίζεται απόλυτα με τους ήρωες των βιβλίων του. Δε θα μπορούσε άλλωστε να γραφτεί έναν καλό βιβλίο, εάν δε συνέβαινε αυτό. Κατά τη διάρκεια της συγγραφής, ο συγγραφέας γίνεται ηθοποιός, στιχουργός και άλλα τόσα.

Από πού προέρχονται οι χαρακτήρες σας; Αντλείτε έμπνευση από τους ανθρώπους του περιβάλλοντός σας;
Φυσικά. Αντλώ έμπνευση από τον κάθε έναν άνθρωπο. Από φίλους, συγγενείς, περαστικούς. Ο κάθε άνθρωπος, ακόμη και με το βλέμμα του, μπορεί σου διηγηθεί αμέτρητες ιστορίες. Εμείς οι συγγραφείς καλούμαστε απλώς να αποκωδικοποιήσουμε αυτά τα βλέμμα και να γράψουμε διδακτικές, μα και ψυχαγωγικές ιστορίες.

Αγαπήσατε κάποιον από τους ήρωες σας περισσότερο από κάποιους άλλους;
Ο κάθε ήρωας των βιβλίων μου κατέχει τη δική του, ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου. Πέρασα μαζί τους πολύ όμορφες στιγμές, που δε ξεχάσω ποτέ. Για αυτό και δε θα μπορούσα να αγαπήσω κάποιον από αυτούς περισσότερο ή λιγότερο από κάποιον άλλο.

Η μοίρα ή οι επιλογές καθορίζουν τους ήρωές σας;
Κυρίως οι επιλογές. Ο κάθε ήρωάς μου χαράσσει τη δική του διαδρομή, παίρνει τις δικές του αποφάσεις και γεύεται τα αποτελέσματα των δικών του πράξεων, οποία κι αν είναι αυτά.

Εκτός από τη συγγραφή, με τι άλλο ασχολείστε;
Από μικρή λάτρευα τη ζωγραφική. Το τελευταίο μάλιστα διάστημα ασχολούμαι επαγγελματικά με την παιδική εικονογράφηση. Στον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο μου, αρθρογραφώ επίσης σε μια αγγλική ειδησεογραφική ιστοσελίδα και στο προσωπικό μου ιστολόγιο, έναν διαδικτυακό τόπο ο οποίος έχει γίνει στέκι πολλών συγγραφέων.

Τι ακριβώς θα βρει κανείς στο συγκεκριμένο ιστολόγιο;
Στο www.makeupastory.comσυντονίζω μία ομάδα ταλαντούχων ανθρώπων, ώστε να έρθουν κι αυτοί ένα βήμα πιο κοντά στο συγγραφικό τους όνειρο. Πρόκειται για μία πρόκληση 52 εβδομάδων. Από την πρώτη ημέρα του χρόνου και κάθε εβδομάδα, γράφουμε όλοι από ένα διήγημα, βασισμένο σε ένα κοινό θέμα και βάση συγκεκριμένων οδηγιών.

Πως είναι η καθημερινότητα ενός συγγραφέα;
Ένας συγγραφέας διαβάζει και γράφει καθημερνά. Δεν υπάρχουν αργίες ούτε διακοπές. Πρώτα από  όλα γιατί η πνευματική τροφή καλύπτει για αυτόν μία από τις σημαντικότερες ανάγκες του και έπειτα επειδή είναι ο μόνος δρόμος για να πετύχει σε αυτό που τόσο αγαπά.

Πού μπορούμε να βρούμε το βιβλίο σας;
Το βιβλίο μου διατίθεται από όλα τα βιβλιοπωλεία της χώρας και από αρκετά ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία.

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να επισκεφτείτε τα ιστολόγια της συγγραφέως και τη σελίδα της στο Facebook:
 
www.mariakalyva.blogspot.gr
www.facebook.com/kalyva.ma
www.makeupastory.com


Πηγή: 
http://www.trikalaidees.gr/%CE%B3%CE%BD%CF%89%CF%81%CE%AF%CF%83%CF%84%CE%B5-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AD%CE%B1-%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8D%CE%B2%CE%B1-%CF%84/

Το μεγαλείο της ψυχής (ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ)

Τετάρτη 18 Απριλίου 2018

Τίτλος: To μεγαλείο της ψυχής
Συγγραφέας: Μαρία Καλύβα
Σειρά: Νεοελληνική πεζογραφία - Μυθιστόρημα
ISBN: 978-618-5271-32-9
Έκδοση: Απρίλιος 2018
ΣΕΛ: 284 (21.0 x 14.0 εκ.)

Λίγα λόγια για το βιβλίο...

“Είδα πολλά φεγγάρια μόνη, μα σαν εκείνο που αντίκρισα όταν ήρθε να με βρει κανένα. Το είχα αναζητήσει πάμπολλες φορές στο παρελθόν, που δεν το είχα ψάξει, μα ποτέ… ποτέ… μέχρι τότε δεν το είχα βρει, γιατί απλώς δεν υπήρχε ομορφότερο ολόγιομο φεγγάρι από αυτό που είδαμε μαζί.”

Θα μπορούσε άραγε η χαρά η οποία συνοδεύει τη μητρότητα και η γλυκιά προσμονή της να αλλάξουν κάποτε πρόσωπο; Να γίνει η ευτυχία θλίψη μεμιάς και η άσβεστη ελπίδα αβάσταχτος πόνος; Θα μπορούσαν πάλι μετά τα συναισθήματα αυτά να πάρουν ξανά τη γνώριμη όψη τους και να επανέλθει στη ζωή μιας γυναίκας η γαλήνη και η ψυχική ισορροπία;

Δύο διαφορετικές ιστορίες πλέκουν περίτεχνα ένα επίκαιρο κοινωνικό μυθιστόρημα που θυμίζει έντονα προσωπικό ημερολόγιο, αφού οι ίδιες οι ηρωίδες, με τη δική τους τη φωνή, εξιστορούν τα γεγονότα. Ενώ όμως οι ιστορίες τους, όπως και οι δρόμοι που επέλεξαν αρχικά να ακολουθήσουν, δείχνουν να εξελίσσονται παράλληλα, κάποια στιγμή τέμνονται τελικά, και τότε η μία εισβάλλει στη ζωή της άλλης και την αλλάζει ριζικά.

Το προδιαγεγραμμένο μέλλον της Ειρήνης

Δευτέρα 9 Απριλίου 2018

* Φωτογραφία (Pixabay/Hunny Taneja)

Ο χειμώνας έφυγε και ήρθε η άνοιξη. Άλλον έναν Μάρτη, πιστή στο ραντεβού της η οικογένεια των γανωτών. Πλάι στον φουσκωμένο από τις βροχές ποταμό της λήθης, ήρθε να ακουμπήσει τα βάσανά της και τα καλογυαλισμένα μαγειρικά σκεύη που μας επιδεικνύει χρόνια τώρα. Έστησε πάλι ένα πρόχειρο κατάλυμα επάνω στις λάσπες και τα νωπά αγριόχορτα. 

Το νάιλον σηκώθηκε. Η μικρή με τις μακριές κοτσίδες, η Ειρήνη, πρόβαλε. Φορούσε τα ίδια ρούχα με πέρυσι και πρόπερσι, μόνο που φέτος έδειχναν επάνω της πιο μικρά από κάθε άλλη φορά. Το πρόσωπό της, το ίδιο λερωμένο, τα πόδια της, το ίδιο γυμνά. Ήπιε ένα ποτήρι γάλα από ένα τσίγκινο σκεύος και ύστερα έπιασε δουλειά. Ακούμπησε στα γόνατά της και άρχισε να τρίβει με μανία τα κουζινικά και, πού και πού, να ρίχνει από καμιά κλεφτή ματιά στους περαστικούς.

Με αναγνώρισε. Μου χαμογέλασε μόλις με είδε. Κάθε χρόνο με χαιρετά και την χαιρετώ, κάθε χρόνο από τότε που ήταν μωρό. Θέλω να κάνω κάτι για εκείνη, μα, αυτά που εγώ μπορώ να της προσφέρω, δεν είναι ικανά να αλλάξουν ριζικά τη ζωή της.

Βιβλία! σκέφτηκα μια μέρα καθώς περνούσα πλάι της. Βιβλία θα της χαρίσω! Για μπορεί να κλείνει τα μάτια το βράδυ και να ταξιδεύει σε κόσμους λιγότερο σκληρούς από τον δικό της.

Χωρίς να το πολυσκεφτώ, γέμισα μία μεγάλη σακούλα με βιβλία και της τα έδωσα.

Η μικρή τα έκλεισε στην αγκαλιά της και άρχισε να τα μυρίζει.

«Μυρίζουν όμορφα» μου είπε κι εγώ της χαμογέλασα.

«Είναι για εσένα».

«Όλα;» με ρώτησε.

«Όλα».

Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα, τα μάγουλά της απέκτησαν ένα ρόδινο χρώμα, κι ας τα σκέπαζε ακόμη η λάσπη.

«Και αν λερωθούν;» μου είπε και σκούπισε ασυναίσθητα τα χέρια της στα ακόμη πιο λερωμένα ρούχα της.

«Για αυτό είναι τα βιβλία» αποκρίθηκα «για να διαβάζονται ξανά και ξανά και να λερώνονται».

Η όψη της σκοτείνιασε, σαν να στάθηκε επάνω της ένα μαύρο σύννεφο.

«Μόνο που…»

«Μόνο που, τι, Ειρήνη;» τη ρώτησα.

«Δεν ξέρω να διαβάζω».

Με σόκαρε η απάντησή της, κι ας μου είχε περάσει αυτή η σκέψη από τον νου.

«Δεν πειράζει όμως» συμπλήρωσε «μη λυπάσαι. Μπορώ να χαζεύω τις εικόνες».

«Θέλεις να σου μάθω να διαβάζεις;» της πρότεινα κι έσφιξα τα χέρια της στα δικά μου. Μα εκείνη τα τράβηξε αμέσως και κοίταξε τον πατέρα της, ο οποίος είχε καρφώσει τα μάτια του επάνω μας.

«Πρέπει να φύγω» μου είπε και, αφού άφησε τα βιβλία που της χάρισα στη σκηνή, έπιασε πάλι δουλειά.

Την άνοιξη διαδέχτηκε το καλοκαίρι, ο χειμώνας και το φθινόπωρο. Και ήρθε ο επόμενος Μάρτης.

Μαζί με εκείνον, ήρθε και η Ειρήνη με τους γονείς της. 

Την κοίταξα, με κοίταξε, της χαμογέλασα, όμως εκείνη έστρεψε αλλού το βλέμμα.

«Είσαι καλά;» τη ρώτησα σιγανά, πηγαίνοντας δειλά δειλά προς το μέρος της.

«Πρέπει να φύγω» μου είπε και γύρισε αμέσως, αυτή τη φορά, στη δουλειά της.

Τα μαλλιά, τα ρούχα και το δέρμα της ήταν πιο λασπωμένα από ποτέ άλλοτε. Τα χέρια της πιο τραχιά. Όσο για την παιδική της αγνότητα και το αθώο χαμόγελό της, είχαν σχεδόν εξαφανιστεί. 

Ήταν δεν ήταν δώδεκα χρονών η Ειρήνη τότε και είχε ήδη παντρευτεί. Σε λίγους μήνες μάλιστα, θα έφερνε στον κόσμο το πρώτο της παιδί.

«Θέλεις να σου φέρω μερικά βιβλία» τη ρώτησα χωρίς να με ακούσει κανείς.

Σιωπή απλώθηκε.

«Θέλεις;» την ξαναρώτησα.

«Μόνο ένα» μου είπε ψιθυριστά. «Ένα μικρό. Το πιο μικρό που έχεις… Άφησέ το μου το βράδυ εδώ» μου είπε και έδειξε έναν λάκκο.

Όταν ήρθε η νύχτα, άφησα το βιβλίο στο σημείο που μου υπέδειξε και έφυγα πριν με δει κάποιος. Αφού δεν ήξερε να διαβάζει η Ειρήνη και αφού δεν μπορούσα να της γράψω δυο λέξεις, της έκανα μια ζωγραφιά στην τελευταία σελίδα: Ζωγράφισα μια ανθισμένη αμυγδαλιά, έναν λάκκο και ένα βιβλίο. Μετά έναν γλάρο, δυο μπότες και ένα χιονισμένο βουνό. Και μετά ξανά μια άλλη ανθισμένη αμυγδαλιά, έναν άλλον λάκκο και ένα άλλο βιβλίο. Κάθε χρόνο, τέτοιον καιρό, θα την περίμενε πάντα ένα βιβλίο στην κρυψώνα μας την Ειρήνη. Από τότε όμως, έχει ανθίσει πέντε φορές η αμυγδαλιά μας, έχουν μείνει πέντε παρατεταμένα βιβλία σε κείνον τον λάκκο. Και ενώ η οικογένεια της μας επισκέπτεται κάθε χρόνο, αυτή δεν έχει ξαναεμφανιστεί.

Για ένα κομμάτι πίτα

Σάββατο 7 Απριλίου 2018

 
 * Φωτογραφία (Pixabay/StockSnap)

Η Σοφία δεν μπορούσε να του δώσει το τελευταίο κομμάτι της πίτας. Είχε περάσει τόσα για να το αποκτήσει, που θα θυσίαζε ακόμη και την ελευθερία της προκειμένου να φάνε κάτι τα παιδιά της. Δεν μπορούσε να γυρίσει και πάλι στο σπίτι με άδεια τα χέρια. Δεν μπορούσε να ακούσει τα αναφιλητά τους. Πόσες ακόμη νύχτες να τα αποκοίμιζε με ένα σωρό ψέματα για ένα καλύτερο αύριο;

Τίποτα από όλα αυτά δε θα είχε βέβαια συμβεί εάν δεν είχε εγκαταλείψει τον άντρα της πριν τρία χρόνια, λίγους μόλις μήνες μετά τη γέννηση του μικρότερου από τα πέντε της παιδιά. Τίποτα από όλα αυτά δε θα είχε συμβεί αν υπέμενε σιωπηλά τη οργή που ξεσπούσε επάνω της όταν επέστρεφε στο σπίτι μεθυσμένος. Μπορεί να υπέφερε κάθε φορά που θα άπλωνε το χέρι του επάνω της, τα παιδιά της όμως δε θα πεινούσαν. Δεν τα κατάφερε όμως, φοβήθηκε ότι θα έπαιρναν και εκείνα κάποτε σειρά εάν δεν έφευγε μακριά του, για αυτό και το έσκασε.

«Δείξε μου τα χέρια σου, σε παρακαλώ» της είπε ο αστυνομικός που έφτασε πρώτος στον φούρνο που είχε τρυπώσει πιο πριν η Σοφία.

Τα πόδια της άρχισαν να τρέμουν από την πρώτη κιόλας στιγμή που άκουσε τον συναγερμό, το ίδιο και τα χέρια της. Μα αν δεν κατάφερνε να πάρει αυτό για το οποίο είχε έρθει, δε θα έφευγε.

«Δείξε μου τα χέρια σου» είπε ξανά εκείνος την ώρα που η Σοφία ξεσφηνώθηκε από το παράθυρο της τουαλέτας και σωριάστηκε στην άσφαλτο.

«Τα χέρια σου, τώρα!» της φώναξε και τη σημάδεψε με το όπλο του.

Η Σοφία δεν έβγαλε λέξη, παρά μόνο έφερε δειλά δειλά τα χέρια της μπροστά.

«Τι είναι αυτό;» ρώτησε απορημένος.

«Πίτα» είπε η Σοφία. «Ένα κομμάτι πίτα» συμπλήρωσε αμέσως μετά, με σιγανή φωνή.

Όταν είχε αποφασίσει να ληστέψει αυτό τον συνοικιακό φούρνο, δεν είχε φανταστεί πως, από όλες αυτές τις λαχταριστές μυρωδιές που έκαναν τα παιδιά της να κολλούν τα προσωπάκια τους στο τζάμι όταν περνούσαν απέξω, δεν είχε περισσέψει τίποτε άλλο εκτός από ένα κομμάτι σπανακόπιτα. Αν όλα πήγαιναν ωστόσο καλά, τέτοια ώρα θα τα ξυπνούσε με χαρά να φάνε από μία μπουκιά. Μπορεί να μην κατάφερνε να χορτάσει τις κοιλίτσες τους, θα χόρταινε όμως τη ζήλεια τους, έστω και προσωρινά.

«Πέτα τα κάτω» της είπε ξανά ο αστυνομικός και η Σοφία δάκρυσε. Πώς να πετούσε κάτω το μονάκριβο κομμάτι της. Αυτό το κομμάτι που την έκανε να ποδοπατήσει την αξιοπρέπεια της και που θα έκανε τα παιδιά της χαρούμενα.

Ούτε εκείνος ούτε οι συνάδερφοι του, ούτε και ο κόσμος που είχε συγκεντρωθεί για να χαζέψει το θέαμα την πίστεψαν. Ποιος θα ρίσκαρε τη ζωή του για ένα κομμάτι φαΐ; Η Σοφία όμως το έκανε. Έβγαλε ένα μαντήλι από την τσέπη της, τύλιξε την πίτα και την άφησε πλάι στα πόδια της.

«Κλότσα την πια!» της φώναξε.

Μα πώς να την κλοτσούσε, δεν το βαστούσε η καρδιά της.

«Πέσε κάτω και βάλε τα χέρια σου στην πλάτη» της είπε μετά.

Η Σοφία υπάκουσε στις εντολές του αστυνομικού. Η μυρωδιά της πίτας της έσπαγε τη μύτη, μα δε θα δοκίμαζε ψίχουλο, αν κατάφερνε να τους ξεφύγει. Στο νου της ήρθαν τότε οι εικόνες εκείνες που ο άντρας της δεν είχε ακόμη εθιστεί στο αλκοόλ. Που το σπίτι της πλημύριζε από αγάπη και ευτυχία. Που έφτιαχνε δεκάδες τέτοιες πίτες κάθε μήνα. Αυτά βέβαια συνέβησαν πολύ παλιά. Τόσο παλιά, που τα μικρότερα παιδία της δεν είχαν προλάβει να το ζήσουν, ενώ τα μεγαλύτερα δεν μπορούσαν καν το θυμηθούν.

Αν δεν το έσκαγε, θα την έβαζαν στη φυλακή. Αυτή η πίτα είχε σφηνωθεί στα μυαλουδάκι των παιδιών της μήνες τώρα και αυτή τους το είχε υποσχεθεί πως το επόμενο πρωί θα τη γευόταν. Έβαλε δύναμη στα χέρια της και σηκώθηκε. Άρπαξε την πίτα και το έβαλε στα πόδια. Ο κόσμος παρακολουθούσε το συμβάν με κομμένη την ανάσα.

«Σταματά!» της φώναξε ξανά ο αστυνομικός. Αυτή ήταν η τελευταία λέξη που της είπε.

Ακολούθησαν τρεις απανωτοί πυροβολισμοί. Τρεις σφαίρες που έκαναν τη Σοφία να ξαπλώσει στη γη. Ο ίδιος εκείνος αστυνομικός που είχε τραβήξει τη σκανδάλη, πήγε πρώτος κοντά της και έψαξε τις τσέπες της. Αφού δεν βρήκε ούτε ένα ευρώ, έλεγξε τον σφυγμό της. Μα ήταν αργά, πολύ αργά για να της ζητήσει συγνώμη, για να της αγοράσει εκείνος τώρα ένα ταψί σπανακόπιτα να την προσφέρει στα παιδιά της.

Πέρασαν αμέτρητα βράδια που τα παιδιά εκείνα συνέχισαν να κοιμούνται με αναφιλητά και γουργουρητά. Έπειτα πήγαν σε πέντε διαφορετικά ιδρύματα και, από εκεί, κατέληξαν σε πέντε διαφορετικές οικογένειες. Κανείς δεν ήξερε να τους πει πόσο σπουδαία γυναίκα ήταν η μητέρα τους. Τα πέντε αυτά αδέρφια δεν συναντήθηκαν ποτέ ξανά στη ζωή τους, δεν έμαθε ποτέ ο ένας τι απέγινε ο άλλος. Το μόνο που τα συνέδεσε πια ήταν η μεγάλη τους αγάπη για το φαγητό, και ιδίως για τη σπανακόπιτα.